NEWSLETTER

Συπληρώστε το email σας
για να λάβετε τις προσφορές
και τα νέα της Bookstation

Κατηγορίες / . / Οικονομικά / Εισαγωγή στην οικονομική θεωρία

SΜΑSΗ CUΤ ΡΒ

Εισαγωγή στην οικονομική θεωρία
Δ. Γιαννέλης,Παντελίδης Παντελής

Εκδόσεις
Κεντρική-Διάθεση Bookstation.gr

ISBN: 978-960-93-6039-5
Σελίδες: 726
Σχήμα: 17x24 cm
Εξώφυλλο: χαρτόδετο
Ημερομηνία έκδοσης: 5/15/2014 12:00:00 AM

Τιμή | 100 €

προσθήκη στο καλάθι
Εισαγωγή στην οικονομική θεωρία

 ΚΕΦΑΛΑΙΟ 23 ΕΛΛΕΙΜΜΑ, ΧΡΕΟΣ ΚΑΙ ΠΛΗΘΩΡΙΣΜΟΣ 1 Κεφάλαιο 23 Έλλειμμα, Χρέος και Πληθωρισμός Ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα της Ελληνικής οικονομίας από τη σύσταση του Ελληνικού κράτους μέχρι και σήμερα, είναι το μεγάλο δημόσιο χρέος. Είναι γνωστή άλλωστε η ρήση του πρωθυπουργού Χαρίλαου Τρικούπη, «δυστυχώς επτωχεύσαμεν» όταν το ελληνικό δημόσιο το 1893 αδυνατούσε να καλύψει το χρέος του, που προερχόταν κυρίως από εξωτερικό δανεισμό. Στη νεότερη ιστορία της χώρας μας τα πράγματα δεν είναι τόσο τραγικά, αλλά το χρέος εξακολουθεί να είναι ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα της Ελληνικής οικονομίας. Ανάλογα προβλήματα χρέους έχουν αντιμετωπίσει οι χώρες της Λατινικής Αμερικής με χαρακτηριστικό παράδειγμα τη χρεοκοπία στην Αργεντινή στο τέλος του 2001 αλλά και την αναδιάρθρωση του Ελληνικού χρέους πρόσφατα. Πώς, όμως, δημιουργείται το χρέος; Είναι εύκολο να χρηματοδοτηθεί και ποιοι τρόποι υπάρχουν για τη χρηματοδότησή του; Μήπως η χρηματοδότησή του δημιουργεί πληθωριστικές πιέσεις στην οικονομία και μειώνει την οικονομική δραστηριότητα; Το σημερινό χρέος αποτελεί ένα βάρος για τις μελλοντικές γενεές; Τα ερωτήματα αυτά θα απαντηθούν στο παρόν Κεφάλαιο. Αφού αναφερθούμε στις αιτίες που δημιουργούν το χρέος, θα εξετάσουμε τους τρόπους χρηματοδότησής του και ειδικότερα αυτόν που πραγματοποιείται δια μέσου της αύξησης της προσφοράς χρήματος. Θα δούμε αν η αύξηση της προσφοράς χρήματος αυξάνει τον πληθωρισμό στη βραχυχρόνια και μακροχρόνια περίοδο, αν ο τρόπος χρηματοδότησης του χρέους επηρεάζει τον πληθωρισμό καθώς και το ρόλο που παίζει το επιτόκιο στη διαδικασία χρηματοδότησης του χρέους. Τέλος, θα εξετάσουμε αν το χρέος σε κάθε περίοδο αποτελεί ένα βάρος για τις μελλοντικές γενεές, οι οποίες θα κληθούν να το αποπληρώσουν συνήθως δια μέσου της αύξησης των φόρων. 2 ΚΕΦΑΛΑΙΟ 23 ΕΛΛΕΙΜΜΑ, ΧΡΕΟΣ ΚΑΙ ΠΛΗΘΩΡΙΣΜΟΣ 23.1 Έλλειμμα και Χρέος Η κυβέρνηση στο τέλος κάθε χρόνου συντάσσει τον κρατικό προϋπολογισμό για τον επόμενο χρόνο, τον οποίο καταθέτει για ψήφιση στη βουλή περίπου τον Νοέμβριο. Ο κρατικός προϋπολογισμός ισούται με τα έσοδα της κυβέρνησης μείον τις δαπάνες της. Κρατικός Προϋπολογισμός = Έσοδα ? Δαπάνες Τα έσοδα της κυβέρνησης προέρχονται από τους έμμεσους και άμεσους φόρους που επιβάλλει. Οι δαπάνες της κυβέρνησης αφορούν δαπάνες για αγορά αγαθών και υπηρεσιών, μεταβιβαστικές πληρωμές και τόκους για την κάλυψη του χρέους. Εάν τα έσοδα είναι μεγαλύτερα από τις δαπάνες ο προϋπολογισμός παρουσιάζει πλεόνασμα. Εάν οι δαπάνες είναι μεγαλύτερες από τα έσοδα ο προϋπολογισμός παρουσιάζει έλλειμμα. Εάν τα έσοδα είναι ίσα με τις δαπάνες ο προϋπολογισμός είναι ισοσκελισμένος. Το δημόσιο χρέος είναι το σύνολο των οφειλών της κυβέρνησης προς τους δανειστές της. Οι δανειστές της, άτομα ή επιχειρήσεις, μπορεί να είναι από το εσωτερικό (εσωτερικός δανεισμός) ή από το εξωτερικό (εξωτερικός δανεισμός). Το χρέος της κυβέρνησης έχει προκύψει από τη συσσώρευση παρελθόντων ελλειμμάτων μείον τα παρελθόντα πλεονάσματα. Αυτό σημαίνει ότι όποτε η κυβέρνηση έχει έναν ελλειμματικό προϋπολογισμό το χρέος της αυξάνεται, όποτε έχει ένα πλεονασματικό προϋπολογισμό το χρέος της μειώνεται και όποτε ο προϋπολογισμός είναι ισοσκελισμένος το χρέος της μένει σταθερό. Έλλειμμα και Χρέος στην Ελλάδα Όπως αναφέραμε παραπάνω το δημόσιο έλλειμμα στην Ελλάδα κυμαινόταν πάντα σε υψηλά επίπεδα. Το δημόσιο έλλειμμα μειώθηκε από το 1997 έως το 2000 για να εκπληρωθούν τα κριτήρια της συνθήκης Μάαστριχτ. Η μείωση του ελλείμματος ήταν αποτέλεσμα της συγκράτησης των δαπανών, αλλά κυρίως της σημαντικής αύξησης των εσόδων. Επιπλέον, η μείωσή του οφείλεται στην προσπάθεια, που κατέβαλε η χώρα μας ώστε να πετύχει το στόχο που ΚΕΦΑΛΑΙΟ 23 ΕΛΛΕΙΜΜΑ, ΧΡΕΟΣ ΚΑΙ ΠΛΗΘΩΡΙΣΜΟΣ 3 είχε τεθεί με τη συνθήκη του Μάαστριχτ για μείωση του ελλείμματος κάτω από το 3% για το έτος 1998. Χώρες 2006 2007 2008 2009 2010 2011 2012 Βέλγιο 0,2 -0,3 -1,3 -6,0 -3,8 -3,7 -3,9 Δανία 5,2 4,8 3,4 -2,7 -2,5 -1,8 -4,0 Γερμανία -1,6 0,3 0,1 -3,0 -4,1 -0,8 0,2 Ελλάδα -5,7 -6,4 -9,4 -15,4 -10,7 -9,5 -10,0 Ισπανία 2,0 1,9 -4,2 -11,1 -9,7 -9,4 -10,6 Γαλλία -2,3 -2,7 -3,3 -7,5 -7,1 -5,3 -4,8 Ιρλανδία 2,9 0,0 -7,3 -14,4 -30,8 -13,4 -7,6 Ιταλία -3,4 -1,5 -2,7 -5,3 -4,5 -3,8 -3,0 Λουξεμβούργο 1,4 3,7 3,0 -0,7 -0,9 -0,2 -0,8 Ολλανδία 0,5 0,2 0,6 -5,4 -5,1 -4,5 -4,1 Αυστρία -1,5 -0,4 -0,5 -3,5 -4,5 -2,5 -2,5 Πορτογαλία -4,1 -2,8 -2,9 -9,3 -9,8 -4,4 -6,4 Φινλανδία 4,0 5,2 4,2 -2,5 -2,5 -0,8 -1,9 Σουηδία 2,3 3,6 2,2 -0,9 0,3 0,2 -0,5 Ην.Βασίλειο -2,7 -2,7 -5,0 -11,4 -10,2 -7,8 -6,3 ΕΕ-27 -1,5 -0,9 -2,4 -6,9 -6,5 -4,4 -4,0 ΕΕ-25 -1,5 -0,9 -2,4 -6,9 -6,5 -4,4 -4,0 Euro area (17) -1,3 -0,7 -2,1 -6,4 -6,2 -4,2 -3,7 Έλλειμμα (-), Πλεόνασμα (+) Πηγή: Eurostat Πίνακας 23.1 Το Έλλειμμα στην ΕΕ ως Ποσοστό του ΑΕΠ Στον Πίνακα 23.1 απεικονίζεται το δημόσιο έλλειμμα στις χώρες μέλη της ΕΕ ως ποσοστό του ΑΕΠ. Παρατηρούμε ότι η Ελλάδα από το 2006 έως και το 2012 είχε ένα από τα μεγαλύτερα ελλείμματα στην ΕΕ, το οποίο συνέτεινε στη διόγκωση του δημόσιου χρέους. Από την άλλη πλευρά, το δημόσιο χρέος κυμαίνεται σε πολύ υψηλά επίπεδα τα τελευταία χρόνια και αυτό είναι απόρροια όπως αναφέραμε των συσσωρευμένων δημοσίων ελλειμμάτων του παρελθόντος. Το δημόσιο χρέος καλείται επίσης, χρέος της 4 ΚΕΦΑΛΑΙΟ 23 ΕΛΛΕΙΜΜΑ, ΧΡΕΟΣ ΚΑΙ ΠΛΗΘΩΡΙΣΜΟΣ γενικής κυβέρνησης και περιλαμβάνει το χρέος της κεντρικής κυβέρνησης, των ασφαλιστικών ταμείων, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης και των υπολοίπων ΝΠΔΔ εκτός του χρέους των δημοσίων επιχειρήσεων. Χώρες 2007 2008 2009 2010 2011 2012 Βέλγιο 84,2 89,6 96,2 95,5 97,8 99,6 Δανία 27,4 34,2 41,4 42,7 46,4 45,8 Γερμανία 64,9 66,3 73,4 82,4 80,4 81,9 Ελλάδα 105,0 110,3 126,8 148,3 170,3 156,9 Ισπανία 36,1 39,8 53,2 61,5 69,3 84,2 Γαλλία 63,8 67,5 78,1 82,4 85,8 90,2 Ιρλανδία 25,0 44,3 65,5 92,1 106,4 117,6 Ιταλία 103,6 106,3 116,0 119,3 120,8 127,0 Λουξεμβούργο 6,7 13,6 14,5 19,2 18,3 20,8 Ολλανδία 45,3 58,2 60,8 63,1 65,5 71,2 Αυστρία 59,3 62,5 67,5 72,0 72,5 73,4 Πορτογαλία 62,7 65,3 76,1 94,0 108,3 123,6 Φινλανδία 35,2 34,1 43,8 48,6 49,0 53,0 Σουηδία 40,0 38,2 41,9 39,4 38,4 38,2 Ην.Βασίλειο 44,5 52,1 68,2 79,4 85,5 90,0 ΕΕ-27 59,0 62,3 74,6 95,5 97,8 99,6 Πηγή: Eurostat Πίνακας 23.2 Δημόσιο Χρέος στην ΕΕ ως ποσοστό του ΑΕΠ Στον Πίνακα 23.2 φαίνεται το δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ στις χώρες της ΕΕ από το 2007 ως το 2012. Παρατηρούμε ότι η Ελλάδα μαζί με το Βέλγιο και την Ιταλία είναι οι χώρες με το μεγαλύτερο χρέος. Ωστόσο, στη χώρα μας το χρέος παρουσιάζει μια συνεχή αύξηση από το 2007 ως το 2011 και αυτή η διαρκής αύξησή του δεν ικανοποιεί το δημοσιονομικό κριτήριο που είχε τεθεί με τη συνθήκη του Μάαστριχτ, το οποίο προβλέπει ότι το δημόσιο χρέος δεν πρέπει να υπερβαίνει το 60% του ΑΕΠ. Το 2012, έπειτα από το κούρεμα που υπέστη το χρέος παρουσιάζει σημαντική μείωση, χωρίς ωστόσο να είναι βιώσιμο. ΚΕΦΑΛΑΙΟ 23 ΕΛΛΕΙΜΜΑ, ΧΡΕΟΣ ΚΑΙ ΠΛΗΘΩΡΙΣΜΟΣ 5 Τα Έσοδα της Κυβέρνησης Τα έσοδα της κυβέρνησης προέρχονται από τους φόρους εισοδήματος, τους φόρους στα κέρδη των επιχειρήσεων, τους έμμεσους φόρους και τις εισφορές κοινωνικής ασφάλισης. Οι φόροι εισοδήματος είναι οι φόροι που πληρώνουν τα άτομα από την εργασία ή το κεφάλαιο που προσφέρουν. Οι έμμεσοι φόροι περιλαμβάνουν τους φόρους που πληρώνουμε για τα αγαθά και υπηρεσίες που αγοράζουμε και τους δασμούς που επιβάλλονται στα εισαγόμενα προϊόντα. Οι εισφορές κοινωνικής ασφάλισης είναι τα ποσά που πληρώνουν τόσο οι εργοδότες όσο και οι εργαζόμενοι, ώστε να χρηματοδοτούνται τα προγράμματα συνταξιοδότησης και υγειονομικής περίθαλψης. Το ασφαλιστικό αποτελεί μια από τις σημαντικές πληγές της ελληνικής οικονομίας, αφού οι εισφορές των εργαζομένων και των εργοδοτών δεν επαρκούν για τη χρηματοδότηση των προγραμμάτων υγείας και πρόνοιας. Οι Δαπάνες της Κυβέρνησης Οι δαπάνες της κυβέρνησης προέρχονται από την αγορά αγαθών και υπηρεσιών, τις μεταβιβαστικές πληρωμές και τις πληρωμές τόκων για την κάλυψη του χρέους. Οι δαπάνες για αγορά αγαθών και υπηρεσιών αναφέρονται τόσο στις καταναλωτικές όσο και στις επενδυτικές δαπάνες του δημοσίου. Οι μεταβιβαστικές πληρωμές περιλαμβάνουν τις δαπάνες για κοινωνική ασφάλεια και πρόνοια, ώστε να επιχορηγούνται τα συνταξιοδοτικά προγράμματα καθώς και τα προγράμματα υγειονομικής περίθαλψης. Περιλαμβάνουν επίσης, τις συντάξεις και τις επιχορηγήσεις σε αγρότες και άλλες κατηγορίες εργαζομένων. Οι τόκοι είναι οι δαπάνες της κυβέρνησης για την εξυπηρέτηση του χρέους από δάνεια που έχει συνάψει. Σύμφωνα με τον Κρατικό Προϋπολογισμό του 2012, οι πρωτογενείς δαπάνες, όπως μισθοί, συντάξεις, επιδοτήσεις κλπ θα ανέλθουν στο 22% των δαπανών του ΑΕΠ ενώ οι δαπάνες για τόκους θα ανέλθουν στο 6% των δαπανών του ΑΕΠ μετά την εφαρμογή του προγράμματος μείωσης του δημόσιου χρέους. 6 ΚΕΦΑΛΑΙΟ 23 ΕΛΛΕΙΜΜΑ, ΧΡΕΟΣ ΚΑΙ ΠΛΗΘΩΡΙΣΜΟΣ 23.2 Η Χρηματοδότηση του Χρέους Όταν ένα άτομο δαπανά συστηματικά περισσότερα από αυτά που εισπράττει, είναι αναπόφευκτο κάθε χρόνο το χρέος του να αυξάνεται και να δανείζεται συνεχώς από την τράπεζα. Το ίδιο συμβαίνει και με την κυβέρνηση. Όταν η κυβέρνηση δαπανά περισσότερα από τα έσοδά της, θα πρέπει να δανειστεί. Όμως, η κυβέρνηση δεν δανείζεται μόνο από τις τράπεζες. Μπορεί να δανειστεί από οποιονδήποτε αγοράζει κρατικά ομόλογα, όπως οι καταναλωτές, οι επιχειρήσεις, οι ξένοι και η κεντρική τράπεζα. Συνεπώς, για να χρηματοδοτήσει το χρέος, η κυβέρνηση πουλάει ομόλογα. Όμως, υπάρχει διαφορά ως προς το αποτέλεσμα της πράξης αυτής, ανάλογα με το ποιος αγοράζει τα ομόλογα. Εάν ο αγοραστής είναι η κεντρική τράπεζα, τότε αυξάνεται η προσφορά χρήματος. Εάν ο αγοραστής είναι οποιοσδήποτε άλλος φορέας, η προσφορά χρήματος παραμένει αμετάβλητη. Στο Κεφάλαιο 15 είδαμε ότι, όταν η κεντρική τράπεζα αγοράζει κρατικά ομόλογα, πληρώνει με νέο χρήμα, αυξάνοντας έτσι την ποσότητα του χρήματος. Συνεπώς, η χρηματοδότηση με αύξηση της προσφοράς χρήματος, γίνεται όταν η κεντρική τράπεζα αγοράζει κρατικά ομόλογα. Η κυβέρνηση που παίρνει τα χρήματα από την κεντρική τράπεζα, τα χρησιμοποιεί για να καλύψει τις δαπάνες της. Η χρηματοδότηση με αύξηση του χρέους επιτυγχάνεται, όταν η κυβέρνηση πουλάει κρατικά ομόλογα σε οποιονδήποτε άλλο φορέα ή άτομο. Σε αυτή την περίπτωση η ποσότητα του χρήματος παραμένει αμετάβλητη. Η κυβέρνηση απλά δαπανά τα χρήματα που εισπράττει από την πώληση των ομολόγων, για να καλύψει το χρέος της. Χρηματοδότηση με Αύξηση του Χρέους Όταν η κυβέρνηση πουλάει κρατικά ομόλογα σε άτομα και επιχειρήσεις, εισπράττει κάποια χρήματα, με τα οποία προσπαθεί να αποπληρώσει το χρέος της. Όμως, αναλαμβάνει ταυτόχρονα την υποχρέωση να παρέχει κάποιο επιτόκιο στους κομιστές αυτών των ομολόγων. Για παράδειγμα, ας υποθέσουμε ότι η κυβέρνηση έχει ένα χρέος 100 ευρώ και το επιτόκιο είναι 10%. Μετά από ένα χρόνο το χρέος της κυβέρνησης θα είναι 110 ευρώ. Συνεπώς, για να το ΚΕΦΑΛΑΙΟ 23 ΕΛΛΕΙΜΜΑ, ΧΡΕΟΣ ΚΑΙ ΠΛΗΘΩΡΙΣΜΟΣ 7 χρηματοδοτήσει, θα πρέπει η κυβέρνηση να δανειστεί 110 ευρώ σήμερα πουλώντας κρατικά ομόλογα. Όμως, το δεύτερο χρόνο, η κυβέρνηση θα πρέπει να πληρώσει στον κομιστή των ομολόγων 121 ευρώ (110 που δανείστηκε, συν 10% επιτόκιο = 11 ευρώ). Συνεπώς, η κυβέρνηση θα πρέπει πάλι να δανειστεί και η διαδικασία συνεχίζεται αυξάνοντας το χρέος. Θα πρέπει να σημειώσουμε ότι η αύξηση των επιτοκίων αυξάνει σημαντικά τις οφειλές και το χρέος της κυβέρνησης. Τα υψηλά επιτόκια στη χώρα μας τη δεκαετία του ?80 και ?90 και ο υψηλός δανεισμός, διόγκωσαν το χρέος δυσχεραίνοντας τη μείωσή του. Από την άλλη πλευρά, τα υψηλά επιτόκια αποτελούσαν πόλο έλξης για όλους καθώς τα κρατικά ομόλογα παρείχαν υψηλές αποδόσεις. Αυτό είχε ως συνέπεια, την εκτόπιση των ιδιωτικών επενδύσεων, αφού τα υψηλά επιτόκια αποτελούσαν τροχοπέδη για την αύξησή τους. Χρηματοδότηση με Αύξηση της Προσφοράς Χρήματος Ας υποθέσουμε τώρα, ότι η κυβέρνηση πουλάει κρατικά ομόλογα στην κεντρική τράπεζα και όχι σε άλλους φορείς. Σε αυτή την περίπτωση, η κυβέρνηση δεν απαιτείται να πληρώσει επιτόκιο για αυτά τα ομόλογα. Αυτό συμβαίνει διότι η κεντρική τράπεζα αποδίδει οποιοδήποτε κέρδος στην κυβέρνηση. Εάν η κυβέρνηση απέδιδε κάποιο επιτόκιο για αυτά τα ομόλογα, η κεντρική τράπεζα θα της το επέστρεφε. Παράλληλα, η προσφορά χρήματος αυξάνεται διότι η κεντρική τράπεζα πληρώνει για την αγορά αυτών των ομολόγων με την έκδοση νέου χρήματος. Αυτό το νέο χρήμα, εισρέει στο τραπεζικό σύστημα και οι εμπορικές τράπεζες βρίσκονται να κατέχουν πλεονάζοντα ρευστά διαθέσιμα. Η δανειοδότηση που ακολουθεί, αυξάνει την προσφορά χρήματος δια μέσου της διαδικασίας του πολλαπλασιαστή, όπως είδαμε στο Κεφάλαιο 15. Η αύξηση της προσφοράς χρήματος μέσα στην οικονομία, αυξάνει τη συνολική ζήτηση και ωθεί προς τα πάνω το γενικό επίπεδο των τιμών. Εάν το χρέος χρηματοδοτείται συνεχώς με αύξηση της προσφοράς χρήματος, η συνολική ζήτηση θα αυξάνεται διαρκώς, με συνέπεια την αύξηση του γενικού επιπέδου τιμών και τη δημιουργία πληθωρισμού. 8 ΚΕΦΑΛΑΙΟ 23 ΕΛΛΕΙΜΜΑ, ΧΡΕΟΣ ΚΑΙ ΠΛΗΘΩΡΙΣΜΟΣ Ο Φόρος του Πληθωρισμού Εάν η χρηματοδότηση του χρέους γίνεται με αύξηση της προσφοράς χρήματος ο πληθωρισμός που θα προκύψει, μειώνει την αγοραστική αξία του χρήματος και λειτουργεί ως φόρος. Τα άτομα πρέπει να κρατούν περισσότερα χρήματα ώστε να διατηρούν τα πραγματικά ρευστά τους διαθέσιμα σταθερά, όταν το γενικό επίπεδο τιμών αυξάνεται. Για παράδειγμα, ας υποθέσουμε ότι κάποιος κρατά 1000 ευρώ σε μετρητά, όταν ο πληθωρισμός είναι 10% ετησίως. Ο πληθωρισμός μειώνει την πραγματική αξία των χρημάτων του κατά 100 ευρώ το χρόνο. Για να κρατά τα πραγματικά του ρευστά διαθέσιμα σταθερά, θα πρέπει κάθε χρόνο να προσθέτει 100 ευρώ τα οποία θα αποσύρει από τις αποταμιεύσεις του μειώνοντάς την κατανάλωσή του. Ο φόρος του πληθωρισμού είναι το κόστος που επωμίζονται όσοι κρατούν χρήματα και το οποίο μειώνει την πραγματική αξία αυτών των χρημάτων. Στο παράδειγμα, το κόστος αυτό είναι τα 100 ευρώ που το άτομο πρέπει να αποσύρει από την κατανάλωσή του. Η κυβέρνηση εισπράττει αυτό το φόρο, που στην ουσία είναι η αύξηση στα έσοδά της από την αύξηση της προσφοράς χρήματος. Πόσα έσοδα μπορεί η κυβέρνηση να εισπράξει με την αύξηση της προσφοράς χρήματος; Σε χώρες με χαμηλό πληθωρισμό η αύξηση του χρήματος είναι κάτω από το 3% των εσόδων της κυβέρνησης. Σε άλλες, όπως στη χώρα μας τη δεκαετία του 1980, η αύξηση του χρήματος κάλυπτε πάνω από το 10% των εσόδων της κυβέρνησης. 23.3 Χρήμα και Πληθωρισμός Αναφέραμε παραπάνω ότι η χρηματοδότηση του ελλείμματος με αύξηση της προσφοράς χρήματος μπορεί να δημιουργήσει πληθωριστικές πιέσεις στην οικονομία. Σε αυτή την ενότητα, θα δούμε τι επίπτωση έχει η αύξηση της προσφοράς χρήματος στο γενικό επίπεδο τιμών και κατά πόσο είναι σωστή η ρήση του Friedman ότι «ο πληθωρισμός είναι πάντα και παντού ένα νομισματικό φαινόμενο». ΚΕΦΑΛΑΙΟ 23 ΕΛΛΕΙΜΜΑ, ΧΡΕΟΣ ΚΑΙ ΠΛΗΘΩΡΙΣΜΟΣ 9 Αγορά Χρήματος και Γενικό Επίπεδο Τιμών Γνωρίζουμε από το Κεφάλαιο 16 ότι η αγορά χρήματος είναι σε ισορροπία, όταν η ζήτηση χρήματος για πραγματικά ρευστά διαθέσιμα M d είναι ίση με την πραγματική προσφορά χρήματος M/Ρ. Η ζήτηση χρήματος για πραγματικά ρευστά διαθέσιμα εξαρτάται θετικά από το εισόδημα και αρνητικά από το ονομαστικό επιτόκιο. Η ισορροπία στην αγορά χρήματος απεικονίζεται στην εξίσωση (Μ/Ρ) = M d ή Ρ = Μ/Μd . Από την τελευταία εξίσωση προκύπτει ότι το γενικό επίπεδο τιμών προσδιορίζεται από το λόγο της πραγματικής προσφοράς προς την πραγματική ζήτηση χρήματος. Από τη σχέση αυτή προκύπτει ότι το γενικό επίπεδο τιμών θα αυξάνεται, όταν η πραγματική προσφορά χρήματος αυξάνεται σε σχέση με την πραγματική ζήτηση χρήματος. Είναι σαφές ότι εάν μειωθεί η πραγματική ζήτηση χρήματος, το γενικό επίπεδο τιμών μειώνεται. Από την άλλη πλευρά, εάν διπλασιαστεί η ποσότητα χρήματος το γενικό επίπεδο τιμών θα διπλασιαστεί μόνο εάν παραμείνει σταθερή η πραγματική ζήτηση χρήματος. Το ερώτημα είναι αν θα παραμείνει σταθερή η πραγματική ζήτηση χρήματος. Η απάντηση είναι αρνητική, αφού διαχρονικά η ζήτηση χρήματος για πραγματικά ρευστά διαθέσιμα μεταβάλλεται, όταν μεταβληθεί το εισόδημα ή το επιτόκιο. Πληθωρισμός και Αύξηση του Χρήματος Σε ένα κλάσμα α = β/γ, το ποσοστό αύξησης του α ισούται με το ποσοστό αύξησης του αριθμητή β μείον το ποσοστό αύξησης του παρονομαστή γ. Από τη σχέση Ρ = Μ/Μd προκύπτει ότι, το ποσοστό αύξησης του Ρ (ο πληθωρισμός) ισούται με το ποσοστό αύξησης του αριθμητή Μ, μείον το ποσοστό αύξησης του παρονομαστή M d . Πληθωρισμός = ποσοστό αύξησης προσφοράς χρήματος - ποσοστό αύξησης πραγματικής ζήτησης χρήματος (1) Η σχέση (1) είναι πολύ σημαντική. Δείχνει ότι ο πληθωρισμός εξαρτάται όχι μόνο από το ποσοστό αύξησης της προσφοράς χρήματος αλλά και από το ποσοστό αύξησης της ζήτησης χρήματος. Εάν διπλασιαστεί ο ρυθμός αύξησης της προσφοράς χρήματος, ο πληθωρισμός θα διπλασιαστεί μόνο εάν παραμείνει σταθερή η ζήτηση 10 ΚΕΦΑΛΑΙΟ 23 ΕΛΛΕΙΜΜΑ, ΧΡΕΟΣ ΚΑΙ ΠΛΗΘΩΡΙΣΜΟΣ χρήματος. Εάν συμβεί αυτό, θα περίμενε κανείς ότι σε όλες τις χώρες ο πληθωρισμός διαχρονικά συμβαδίζει με την αύξηση της ποσότητας του χρήματος. Στην πραγματικότητα αυτό συμβαίνει μακροχρόνια μόνο σε χώρες, στις οποίες ο πληθωρισμός κυμαίνεται σε υψηλά επίπεδα, πάνω από 30%. Σε χαμηλούς ρυθμούς πληθωρισμού, το ποσοστό αύξησης της προσφοράς χρήματος δεν συμβαδίζει πάντα με τον πληθωρισμό τόσο βραχυχρόνια όσο και μακροχρόνια. Η σχέση (1) δείχνει ότι η διάσταση μεταξύ του ποσοστού αύξησης της προσφοράς χρήματος και του πληθωρισμού οφείλεται στις μεταβολές της πραγματικής ζήτησης χρήματος. Η πραγματική ζήτηση χρήματος μεταβάλλεται για τρεις λόγους: 1. Το εισόδημα μεταβάλλεται διαχρονικά. 2. Το ονομαστικό επιτόκιο μεταβάλλεται. 3. Αναπτύσσονται καινοτομίες στο τραπεζικό σύστημα. Το εισόδημα σε όλες τις χώρες αυξάνεται διαχρονικά με κάποιο ποσοστό. Αυτή η αύξηση του εισοδήματος έχει θετική επίδραση πάνω στην πραγματική ζήτηση χρήματος. Αυτό σημαίνει ότι ο πληθωρισμός, θα πρέπει να αυξάνεται λιγότερο από το ποσοστό αύξησης της προσφοράς χρήματος, όπως προκύπτει από τη σχέση (1). Ωστόσο, διαχρονικά αυξάνεται τόσο το εισόδημα όσο και η προσφορά χρήματος. Οι αυξήσεις αυτές έχουν διαφορετική επίδραση πάνω στον πληθωρισμό. Η αύξηση της προσφοράς χρήματος τείνει να αυξήσει τον πληθωρισμό, ενώ η αύξηση του εισοδήματος αυξάνει την πραγματική ζήτηση χρήματος και τείνει να μειώσει τον πληθωρισμό. Η αύξηση του εισοδήματος, είναι σε μεγάλο βαθμό υπεύθυνη για το γεγονός ότι στις ανεπτυγμένες οικονομίες, ο πληθωρισμός αυξάνεται λιγότερο από το ποσοστό αύξησης της προσφοράς χρήματος. Το ονομαστικό επιτόκιο είναι το κόστος διακράτησης χρήματος. Όταν το επιτόκιο αυξάνεται, η πραγματική ζήτηση χρήματος μειώνεται. Στις χώρες της Λατινικής Αμερικής, όπου ο πληθωρισμός στο παρελθόν έχει κυμανθεί σε υψηλά επίπεδα τα επιτόκια αυξάνονται, όπως έχουμε δει στο Κεφάλαιο 21. Η αύξηση του ονομαστικού επιτοκίου μειώνει τη ζήτηση χρήματος και αντισταθμίζει τη θετική επίπτωση του εισοδήματος πάνω στη ζήτηση χρήματος. Σε αυτή την περίπτωση, από τη σχέση (1) προκύπτει ότι ο πληθωρισμός ακολουθεί το ποσοστό αύξησης της προσφοράς χρήματος. ΚΕΦΑΛΑΙΟ 23 ΕΛΛΕΙΜΜΑ, ΧΡΕΟΣ ΚΑΙ ΠΛΗΘΩΡΙΣΜΟΣ 11 Οι καινοτομίες και τα νέα προϊόντα που προσφέρουν οι τράπεζες, όπως οι πιστωτικές κάρτες, βοηθούν τα άτομα να πραγματοποιούν τις συναλλαγές τους διατηρώντας λιγότερα πραγματικά ρευστά διαθέσιμα. Αυτές οι καινοτομίες μειώνουν την πραγματική ζήτηση χρήματος και συνεπώς, αυξάνουν τον πληθωρισμό με δεδομένο το ποσοστό αύξησης του χρήματος. Σε οικονομίες όπου οι καινοτομίες είναι σημαντικές, η πραγματική ζήτηση χρήματος δεν αυξάνεται, παρά την αύξηση του εισοδήματος. Σε αυτές τις περιπτώσεις, το ποσοστό αύξησης των τιμών (ο πληθωρισμός) ακολουθεί το ποσοστό αύξησης της προσφοράς χρήματος. Η Ποσοτική Θεωρία του Χρήματος Οι κλασικοί οικονομολόγοι πίστευαν ότι το γενικό επίπεδο τιμών προσδιορίζεται από την ποσότητα χρήματος. Ο ισχυρισμός αυτός απορρέει από την εξίσωση της ανταλλαγής, που αναπτύξαμε στο Κεφάλαιο 16, MV = PY (2) όπου Μ είναι η ποσότητα χρήματος, Ρ το γενικό επίπεδο τιμών, Υ το πραγματικό προϊόν και V η ταχύτητα κυκλοφορίας του χρήματος. Η ταχύτητα κυκλοφορίας του χρήματος δείχνει πόσες φορές το χρόνο η ποσότητα του χρήματος αλλάζει χέρια, για να χρηματοδοτήσει το ονομαστικό εισόδημα ή προϊόν ΡΥ. Το σημείο αναφοράς της ποσοτικής θεωρίας του χρήματος, είναι η υπόθεση των κλασικών ότι η ταχύτητα κυκλοφορίας V είναι σταθερή. Επιπλέον, το πραγματικό εισόδημα ή προϊόν Υ είναι σταθερό, αφού η οικονομία βρίσκεται πάντα σε πλήρη απασχόληση, όπως υπέθεταν οι κλασικοί οικονομολόγοι. Η ποσοτική θεωρία του χρήματος πρεσβεύει ότι η ποσότητα του χρήματος προσδιορίζει το γενικό επίπεδο τιμών. Αυτό είναι άμεσα φανερό από την ταυτότητα (2). Όμως, είναι σταθερή η ταχύτητα κυκλοφορίας του χρήματος; Πριν απαντήσουμε αυτό το ερώτημα, ας δούμε πώς η σχέση (2) συνδέει το ποσοστό αύξησης του χρήματος με τον πληθωρισμό. Από τη σχέση αυτή προκύπτει ότι, 12 ΚΕΦΑΛΑΙΟ 23 ΕΛΛΕΙΜΜΑ, ΧΡΕΟΣ ΚΑΙ ΠΛΗΘΩΡΙΣΜΟΣ Πληθωρισμός= ποσοστό αύξησης χρήματος (3) - αύξηση πραγματικού εισοδήματος + ποσοστό αύξησης της ταχύτητας του χρήματος Συγκρίνοντας την (1) με την (3), προκύπτει ότι το ποσοστό αύξησης της πραγματικής ζήτησης χρήματος ισούται με το ποσοστό αύξησης του πραγματικού εισοδήματος μείον το ποσοστό αύξησης της ταχύτητας του χρήματος. Εάν η ταχύτητα του χρήματος είναι σταθερή, τότε το ποσοστό αύξησης του πραγματικού εισοδήματος ισούται με το ποσοστό αύξησης της ζήτησης χρήματος. Για παράδειγμα, εάν το εισόδημα (και η πραγματική ζήτηση χρήματος) αυξάνεται με ποσοστό 2% το χρόνο και η ποσότητα του χρήματος αυξάνεται με 10%, ο πληθωρισμός θα είναι 8%. Εάν το ποσοστό αύξησης του εισοδήματος είναι μεγαλύτερο, ο πληθωρισμός θα είναι μικρότερος. Όμως, εμπειρικές αναλύσεις σε διάφορες χώρες έχουν δείξει ότι η ταχύτητα του χρήματος διαφέρει από χώρα σε χώρα, ενώ μεταβάλλεται διαχρονικά μέσα στην ίδια χώρα. Συνήθως, η ταχύτητα του χρήματος είναι υψηλή σε χώρες με υψηλό πληθωρισμό και χαμηλή σε χώρες με χαμηλό πληθωρισμό. Η ταχύτητα του χρήματος ισούται με το λόγο του ονομαστικού εισοδήματος προς τα ρευστά διαθέσιμα. Όταν το επιτόκιο αυξάνεται, τα άτομα κρατούν λιγότερο χρήμα σε σχέση με το εισόδημά τους και η ταχύτητα του χρήματος αυξάνεται. Αυτό συμβαίνει σε χώρες με υψηλό πληθωρισμό, ο οποίος ωθεί προς τα πάνω το ονομαστικό επιτόκιο. Επιπλέον, θεσμικές αλλαγές ή καινοτομίες που επιτρέπουν στα άτομα να κρατούν υποκατάστατα του χρήματος ή λιγότερα χρήματα, όπως οι πιστωτικές κάρτες, μειώνουν την πραγματική ζήτηση χρήματος και αυξάνουν την ταχύτητα κυκλοφορίας του χρήματος. Η ταχύτητα κυκλοφορίας του χρήματος επηρεάζεται από το πραγματικό εισόδημα. Η αύξηση του πραγματικού εισοδήματος αυξάνει την ταχύτητα κυκλοφορίας του χρήματος. Έλλειμμα και Πληθωρισμός Έχοντας εξετάσει τη σχέση μεταξύ χρήματος και πληθωρισμού, μένει να δούμε τη σχέση μεταξύ ελλειμμάτων και πληθωρισμού. Το βασικό ερώτημα είναι το κατά πόσο τα ελλείμματα είναι υπεύθυνα για την αύξηση του πληθωρισμού. Για να απαντήσουμε, θα πρέπει να δούμε ΚΕΦΑΛΑΙΟ 23 ΕΛΛΕΙΜΜΑ, ΧΡΕΟΣ ΚΑΙ ΠΛΗΘΩΡΙΣΜΟΣ 13 πρώτα απ? όλα, τι δημιουργεί τα ελλείμματα. Από τη θεωρία του Κεφαλαίου 14, γνωρίζουμε ότι το έλλειμμα στην πλήρη απασχόληση δείχνει εάν μια δημοσιονομική πολιτική είναι επεκτατική. Το πραγματικό έλλειμμα μπορεί να οφείλεται στις υψηλές δαπάνες ή στο γεγονός ότι η οικονομία είναι σε ύφεση. Εάν η οικονομία είναι σε ύφεση, δεν θα πρέπει να αναμένουμε υψηλό πληθωρισμό, παρόλο που το έλλειμμα είναι υψηλό. Συνεπώς, το πραγματικό έλλειμμα δεν πρέπει να σχετίζεται με τον πληθωρισμό. Αντίθετα, το έλλειμμα στην πλήρη απασχόληση είναι αυτό που μπορεί να συνδέεται με τον πληθωρισμό. Στην πράξη δεν είναι εύκολο να δούμε αν τα ελλείμματα μιας χώρας συνδέονται διαχρονικά με τον πληθωρισμό. Αυτό συμβαίνει επειδή είναι δύσκολο να απομονωθούν όλοι οι άλλοι παράγοντες που επηρεάζουν τον πληθωρισμό. Ωστόσο, η εμπειρική ανάλυση της σχέσης πραγματικών ελλειμμάτων και πληθωρισμού σε διάφορες χώρες αποκαλύπτει τα εξής: Στις χώρες της ΕΕ δεν παρατηρείται κάποια σχέση μεταξύ ελλείμματος και πληθωρισμού. Για παράδειγμα, το 1994, η Ελλάδα, η Ιταλία και η Σουηδία είχαν το υψηλότερο έλλειμμα από τις χώρες της ΕΕ. Ωστόσο, μόνο η Ελλάδα είχε αντίστοιχα τον υψηλότερο πληθωρισμό. Η Σουηδία είχε πληθωρισμό κοντά στο μέσο όρο, η Ιταλία σχεδόν διπλάσιο του μέσου όρου και η Ελλάδα τριπλάσιο του μέσου όρου. Στις χώρες της Λατινικής Αμερικής, που κατά τεκμήριο είχαν υψηλό πληθωρισμό τη δεκαετία του 1980, υπάρχει μια ελαφρά συσχέτιση, καθώς η Νικαράγουα και η Βολιβία με τους υψηλότερους πληθωρισμούς, είχαν τα υψηλότερα ελλείμματα. Αντίθετα, η Χιλή, η Κολομβία και η Ουρουγουάη, είχαν το χαμηλότερο πληθωρισμό αλλά και τα μικρότερα ελλείμματα. Συμπερασματικά, μπορούμε να πούμε ότι δεν υπάρχει ισχυρή συσχέτιση μεταξύ ελλειμμάτων και πληθωρισμού. Όμως, χώρες με υψηλά ελλείμματα τείνουν να έχουν υψηλό πληθωρισμό. Από την άλλη πλευρά, δεν υπάρχει συσχέτιση μεταξύ του ποσοστού αύξησης του χρήματος και των ελλειμμάτων, ειδικά στις ανεπτυγμένες οικονομίες με μικρά σχετικά ελλείμματα. Αυτό οφείλεται κυρίως, στο γεγονός ότι η Κεντρική Τράπεζα στις ανεπτυγμένες οικονομίες είναι ανεξάρτητη αρχή και δεν επηρεάζεται από τις αποφάσεις της κυβέρνησης. Η μόνη περίπτωση όπου το έλλειμμα δημιουργεί πληθωρισμό, είναι όταν η κυβέρνηση έχει ένα υψηλό έλλειμμα, το οποίο χρηματοδοτεί με αύξηση της ποσότητας του χρήματος. Αυτό συνέβη στη Γερμανία το 1920, όπου τα υψηλά ελλείμματα 14 ΚΕΦΑΛΑΙΟ 23 ΕΛΛΕΙΜΜΑ, ΧΡΕΟΣ ΚΑΙ ΠΛΗΘΩΡΙΣΜΟΣ χρηματοδοτήθηκαν με αύξηση της προσφοράς χρήματος. Σε αυτή την περίπτωση, όταν δεν επαρκούν οι φόροι για να καλυφθεί το έλλειμμα και ο δανεισμός δια μέσου της έκδοσης ομολόγων είναι ανέφικτος, η κυβέρνηση αυξάνει την ποσότητα του χρήματος για να χρηματοδοτήσει το έλλειμμα. Η αύξηση του χρήματος, όμως, δεν συνοδεύεται από αύξηση της ζήτηση χρήματος, με αποτέλεσμα οι τιμές να αυξάνονται. Όταν ο πληθωρισμός έχει αυξηθεί σημαντικά, τα άτομα μειώνουν τη ζήτηση χρήματος, καθώς το κόστος παρακράτησης χρήματος είναι τεράστιο. Η πτώση της ζήτησης χρήματος επιτείνει την άνοδο του πληθωρισμού και ο υπερπληθωρισμός (πάνω από 1000%) καθίσταται αναπόφευκτος. 23.4 Οι Συνέπειες του Δημόσιου Ελλείμματος Είδαμε ότι τα δημόσια ελλείμματα δεν είναι αναγκαστικά υπεύθυνα για τον υψηλό πληθωρισμό. Στις ανεπτυγμένες οικονομίες, όπου ο πληθωρισμός κυμαίνεται σε χαμηλά επίπεδα, ο φόβος των ελλειμμάτων πηγάζει από την εκτόπιση των ιδιωτικών επενδύσεων, που δημιουργούν τα ελλείμματα. Είδαμε στο Κεφάλαιο 17 ότι η επεκτατική δημοσιονομική πολιτική, εκτός από το ότι αυξάνει το δημόσιο έλλειμμα, αυξάνει το επιτόκιο και εκτοπίζει τις ιδιωτικές επενδύσεις. Η μείωση των ιδιωτικών επενδύσεων συνεπάγεται λιγότερο κεφαλαιουχικό εξοπλισμό για την οικονομία με αποτέλεσμα την πτώση του βιοτικού επιπέδου για τις μελλοντικές γενεές. Όταν η χρηματοδότηση γίνεται με δανεισμό, η παρούσα γενιά μπορεί να αυξήσει την κατανάλωσή της, αφήνοντας στις μελλοντικές γενεές μεγαλύτερο έλλειμμα, λιγότερο κεφαλαιουχικό εξοπλισμό και χαμηλότερη κατανάλωση. Η Εκτόπιση των Ιδιωτικών Επενδύσεων Η εκτόπιση των ιδιωτικών επενδύσεων συμβαίνει όταν η κυβέρνηση αυξάνει τις κρατικές δαπάνες αγοράζοντας αγαθά και υπηρεσίες. Πολλές από τις δαπάνες της κυβέρνησης αφορούν στην αγορά παραγωγικού κεφαλαίου, όπως δρόμοι, φράγματα, αεροδρόμια, σιδηροδρομικό δίκτυο. Υπάρχουν, όμως, και παραγωγικές δραστηριότητες, που δεν μειώνουν τις ιδιωτικές επενδύσεις. Για παράδειγμα, η εκπαίδευση, η υγεία και η εθνική άμυνα είναι ΚΕΦΑΛΑΙΟ 23 ΕΛΛΕΙΜΜΑ, ΧΡΕΟΣ ΚΑΙ ΠΛΗΘΩΡΙΣΜΟΣ 15 επενδύσεις για την ανάπτυξη και προστασία του ανθρώπινου κεφαλαίου και δεν εκτοπίζουν τις ιδιωτικές επενδύσεις. Αντίθετα, τέτοιες δραστηριότητες επηρεάζουν θετικά το παραγωγικό κεφάλαιο της οικονομίας. Όμως, η αύξηση των καταναλωτικών δαπανών, μπορεί να εκτοπίσει τις ιδιωτικές επενδύσεις. Όπως αναφέραμε πιο πάνω, η αύξηση του ελλείμματος μπορεί να οδηγήσει σε μείωση της επένδυσης, με αποτέλεσμα οι μελλοντικές γενεές να έχουν λιγότερο κεφάλαιο. Αυτή η μείωση του κεφαλαίου θα μειώσει το εισόδημά τους, την κατανάλωσή και το βιοτικό τους επίπεδο. Υπό αυτή την έννοια, το έλλειμμα αποτελεί βάρος για τις μελλοντικές γενεές, αφού αν δεν υπήρχε, το εισόδημά τους θα ήταν μεγαλύτερο. Πώς, όμως, το δημόσιο έλλειμμα εκτοπίζει τις ιδιωτικές επενδύσεις; Γνωρίζουμε ότι η επένδυση εξαρτάται από το πραγματικό επιτόκιο, που αποτελεί το κόστος ευκαιρίας ή εναλλακτικό κόστος. Όσο αυξάνεται το πραγματικό επιτόκιο τόσο μειώνεται η επιθυμία των επιχειρήσεων για επένδυση. Αυτό συμβαίνει επειδή το έλλειμμα συνεπάγεται αύξηση της ζήτησης για δανειακά κεφάλαια από την κυβέρνηση χωρίς να υπάρχει αντίστοιχη αύξηση της προσφοράς δανειακών κεφαλαίων. r S0 r1 E1 r0 E0 D1 D0 l0 l1 l Διάγραμμα 23.1 Η Αγορά για Δανειακά Κεφάλαια 16 ΚΕΦΑΛΑΙΟ 23 ΕΛΛΕΙΜΜΑ, ΧΡΕΟΣ ΚΑΙ ΠΛΗΘΩΡΙΣΜΟΣ Στο Διάγραμμα 23.1 απεικονίζεται η ζήτηση D0 και η προσφορά S0 για δάνεια l. Στην ισορροπία Ε0 προσδιορίζεται το πραγματικό επιτόκιο r0. Ας υποθέσουμε ότι η κυβέρνηση δανείζεται για να χρηματοδοτήσει το έλλειμμα. Η καμπύλη ζήτησης D0 μετατοπίζεται προς τα δεξιά στη θέση D1 δημιουργώντας υπερβάλλουσα ζήτηση για δάνεια. Η υπερβάλλουσα ζήτηση θα αυξήσει το πραγματικό επιτόκιο σε r1, αφού η προσφορά των δανειακών κεφαλαίων παραμένει αμετάβλητη. Η αύξηση του πραγματικού επιτοκίου θα εκτοπίσει τις ιδιωτικές επενδύσεις. Συνεπώς, το έλλειμμα εκτοπίζει τις ιδιωτικές επενδύσεις, επειδή ο δανεισμός της κυβέρνησης αυξάνει το πραγματικό επιτόκιο. Η Ρικαρντιανή Ισοδυναμία Μερικοί οικονομολόγοι θεωρούν ότι το έλλειμμα δεν εκτοπίζει τις ιδιωτικές επενδύσεις. Το βασικό επιχείρημα είναι ότι το έλλειμμα είναι ισοδύναμο με τους μελλοντικούς φόρους, που θα αναγκαστεί να επιβάλλει η κυβέρνηση. Εάν οι καταναλωτές προεξοφλούν τους μελλοντικούς φόρους που θα πληρώσουν, αυτοί ισοδυναμούν με τρέχοντες φόρους. Συνεπώς, η χρηματοδότηση του χρέους με δανεισμό ισοδυναμεί με χρηματοδότηση από φόρους. Η άποψη αυτή είναι γνωστή ως Ρικαρντιανή ισοδυναμία από το όνομα του ?γγλου οικονομολόγου Ricardo, που εξέτασε αυτή την περίπτωση. Για να καταλάβουμε το επιχείρημα καλύτερα, ας υποθέσουμε ότι η κυβέρνηση μειώνει τους φόρους κατά 500 εκ. ευρώ χωρίς να μειώσει τις δαπάνες. Συνεπώς, θα πρέπει να δανειστεί 500 εκ ευρώ από τα άτομα και τις επιχειρήσεις για να καλύψει το έλλειμμα. Ας υποθέσουμε ότι αυτό γίνεται με την έκδοση ομολόγων, τα οποία θα πρέπει να αποπληρωθούν μετά από πέντε χρόνια μαζί με τους τόκους. Τα άτομα που σκέπτονται ορθολογικά, αντιλαμβάνονται ότι η κυβέρνηση θα πρέπει να αυξήσει τους φόρους μετά από πέντε χρόνια, για να αποπληρώσει το ποσό των 500 εκ. που δανείστηκε συν τους τόκους. Η μείωση των φόρων κατά 500 εκ. ισοδυναμεί με αύξηση του διαθεσίμου εισοδήματος των καταναλωτών. Η βασική υπόθεση της Ρικαρντιανής ισοδυναμίας είναι ότι αυτή η αύξηση θα οδηγηθεί ολόκληρη στην αποταμίευση με την αγορά των κρατικών ομολόγων. Έτσι, τα άτομα μετά από πέντε χρόνια θα λάβουν από την κυβέρνηση ΚΕΦΑΛΑΙΟ 23 ΕΛΛΕΙΜΜΑ, ΧΡΕΟΣ ΚΑΙ ΠΛΗΘΩΡΙΣΜΟΣ 17 ένα ποσό που θα είναι αρκετό να πληρώσουν τους μελλοντικούς φόρους που θα επιβληθούν. Με αυτό τον τρόπο, η αύξηση των αποταμιεύσεων εμποδίζει την αύξηση του επιτοκίου και την εκτόπιση των ιδιωτικών επενδύσεων. Συνεπώς, το έλλειμμα δεν έχει καμία επίπτωση στις επενδύσεις. Στο Διάγραμμα 23.2 μπορούμε να δούμε την Ρικαρντιανή ισοδυναμία, ξεκινώντας από την ισορροπία στο σημείο Ε0 που προσδιορίζει το πραγματικό επιτόκιο ro. Ας υποθέσουμε ότι η κυβέρνηση έχει ένα έλλειμμα το οποίο χρηματοδοτεί με δανεισμό, εκδίδοντας κρατικά ομόλογα. Καθώς η ζήτηση για δανειακά κεφάλαια αυξάνεται, η καμπύλη ζήτησης D0 μετατοπίζεται προς τα δεξιά στη θέση D1. Ταυτόχρονα όμως, υπάρχει μια μείωση της κατανάλωσης και αύξηση της αποταμίευσης επειδή τα άτομα αντιλαμβάνονται ότι θα πρέπει να πληρώσουν στο μέλλον φόρους για να καλυφθεί το έλλειμμα. Η προσφορά δανειακών κεφαλαίων αυξάνεται και η καμπύλη προσφοράς S0 μετατοπίζεται προς τα δεξιά στη θέση S1. Στη νέα ισορροπία Ε1, η r S0 S1 r0 E0 E1 D1 D0 l0 l1 l Διάγραμμα 23.2 Η Ρικαρντιανή Ισοδυναμία 18 ΚΕΦΑΛΑΙΟ 23 ΕΛΛΕΙΜΜΑ, ΧΡΕΟΣ ΚΑΙ ΠΛΗΘΩΡΙΣΜΟΣ ποσότητα δανείων έχει αυξηθεί από l0 σε l1 αλλά το πραγματικό επιτόκιο έχει παραμείνει αμετάβλητο. Το συμπέρασμα της Ρικαρντιανής ισοδυναμίας είναι ότι το πραγματικό επιτόκιο δεν επηρεάζεται από τον τρόπο με τον οποίο η κυβέρνηση χρηματοδοτεί το έλλειμμα. Είτε το έλλειμμα χρηματοδοτείται με αύξηση των φόρων είτε με δανεισμό, το πραγματικό επιτόκιο παραμένει αμετάβλητο. Στην πράξη είναι δύσκολο να εκτιμήσει κανείς εάν τα άτομα λαμβάνουν υπόψη τους μελλοντικούς φόρους που θα τους επιβληθούν μειώνοντας την κατανάλωσή τους. Από την άλλη πλευρά, η εμπειρική ανάλυση δεν βοηθά σε αυτή την περίπτωση, διότι όταν μειώνονται οι φόροι μεταβάλλονται τις περισσότερες φορές και άλλες μεταβλητές μέσα στην οικονομία. Έτσι, είναι δύσκολο να απομονωθεί η μείωση των φόρων και η επίπτωσή τους πάνω στην αποταμίευση και το επιτόκιο. Η Μείωση του Ελλείμματος Η μείωση του δημόσιου ελλείμματος μπορεί να επιτευχθεί τόσο με τη μείωση των δαπανών όσο και με την αύξηση των εσόδων. Τα τελευταία χρόνια η χώρα μας έχει μειώσει σημαντικά τις δαπάνες ενώ παράλληλα τα έσοδα αυξάνονται κατά 30% περισσότερο από τη μεταβολή του ΑΕΠ. Αυτό συμβαίνει παρά τις φορολογικές ελαφρύνσεις που έχουν σημειωθεί. Η θετική εικόνα των εσόδων οφείλεται κατά κύριο λόγο στον υψηλό ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ και στη βελτίωση του φορολογικού συστήματος (μηχανοργάνωση, πάταξη της φοροδιαφυγής, δικαιότερη κατανομή των φόρων). Μια πρόσθετη πηγή εσόδων είναι οι ιδιωτικοποιήσεις σε διάφορους τομείς της οικονομίας όπως τηλεπικοινωνίες, μεταφορές, και ενέργεια. Μια πρόταση, που έχει συζητηθεί αρκετά και αποσκοπεί στην αύξηση των εσόδων, είναι η μείωση του φορολογικού συντελεστή. Πώς, όμως, είναι δυνατόν μια μείωση του φορολογικού συντελεστή να αυξήσει τα έσοδα; Τα έσοδα από τους φόρους Τ είναι ίσα με το φορολογικό συντελεστή t επί τη φορολογική βάση Υ, T = tY (4) ΚΕΦΑΛΑΙΟ 23 ΕΛΛΕΙΜΜΑ, ΧΡΕΟΣ ΚΑΙ ΠΛΗΘΩΡΙΣΜΟΣ 19 Η φορολογική βάση είναι η δραστηριότητα που αποφέρει εισόδημα και φορολογείται. Ο φορολογικός συντελεστής t είναι το ποσοστό φόρου που επιβάλλεται στην οικονομική δραστηριότητα. Η σχέση (4) δείχνει ότι όσο διευρύνεται η φορολογική βάση Υ τόσο αυξάνονται τα έσοδα Τ. Όμως, υπάρχει αμφιβολία για την επίπτωση που έχει η μεταβολή του φορολογικού συντελεστή πάνω στα έσοδα. Η αμφιβολία αυτή μπορεί να δειχτεί με τη βοήθεια της καμπύλης Laffer. Η καμπύλη Laffer συσχετίζει τα συνολικά έσοδα με το φορολογικό συντελεστή. Μια τέτοια καμπύλη απεικονίζεται στο Διάγραμμα 23.3. Στον κάθετο άξονα μετράμε τα έσοδα και στον οριζόντιο το φορολογικό συντελεστή, ο οποίος κυμαίνεται από 0 έως 1. Εάν ο φορολογικός συντελεστής είναι μηδέν τότε τα έσοδα είναι μηδενικά και η καμπύλη ξεκινά από την αρχή των αξόνων. Εάν ο φορολογικός συντελεστής είναι μονάδα, τα έσοδα είναι πάλι μηδενικά, διότι δεν θα υπάρχει οικονομική δραστηριότητα, αφού το εισόδημα που αποφέρει αποδίδεται ολόκληρο στους φόρους. Τα έσοδα αυξάνονται μέχρι το σημείο Α, καθώς αυξάνεται ο φορολογικός συντελεστής. Στο σημείο Α ο φορολογικός συντελεστής έχει ανέλθει σε αρκετά υψηλά επίπεδα π.χ. 60%, ώστε από το σημείο αυτό και μετά τα έσοδα μειώνονται με την αύξηση του φορολογικού συντελεστή. Γιατί συμβαίνει αυτό; Διότι καθώς ο φορολογικός συντελεστής αυξάνεται σημαντικά, μειώνεται δραστικά το επίπεδο της οικονομικής δραστηριότητας. Με άλλα λόγια, το γινόμενο tY μειώνεται, διότι η αύξηση του t προκαλεί αναλογικά μεγαλύτερη μείωση στο Υ. 20 ΚΕΦΑΛΑΙΟ 23 ΕΛΛΕΙΜΜΑ, ΧΡΕΟΣ ΚΑΙ ΠΛΗΘΩΡΙΣΜΟΣ T A B Γ t = 0 t = 1 t Διάγραμμα 23.3 Έσοδα και Φορολογικός Συντελεστής: Η Καμπύλη Laffer Το αν θα αυξηθούν ή θα μειωθούν τα έσοδα με την αύξηση του φορολογικού συντελεστή, εξαρτάται από τη θέση στην οποία βρίσκεται η οικονομία. Εάν η οικονομία βρίσκεται στο σημείο Β, τότε μια αύξηση του φορολογικού συντελεστή θα αυξήσει τα έσοδα. Εάν η οικονομία βρίσκεται στο σημείο Γ, τότε μια αύξηση του φορολογικού συντελεστή θα μειώσει τα έσοδα. Σε μερικές οικονομικές δραστηριότητες, όπως η κατανάλωση αλκοόλ και τσιγάρων, η επιβολή υψηλής φορολογίας μπορεί να μειώσει σημαντικά την κατανάλωση και συνεπώς την παραγωγική δραστηριότητα, με αποτέλεσμα τη μείωση των εσόδων. Όμως, αυτό είναι πολύ δύσκολο να συμβεί στη φορολογία εισοδήματος όπου η αύξηση του φορολογικού συντελεστή οδηγεί σε αύξηση των εσόδων. Στις ΗΠΑ όπου το 1981 μειώθηκαν δραστικά οι φορολογικοί συντελεστές, δεν παρατηρήθηκε αύξηση των εσόδων. Απλά, η μείωση των φόρων, πολλές φορές ασκεί από μόνη της πίεση στην κυβέρνηση ώστε να περιορίσει τις δαπάνες. Κατά συνέπεια, μπορούμε με ασφάλεια να υποθέσουμε, ότι μια αύξηση του φορολογικού συντελεστή, θα οδηγήσει σε αύξηση των εσόδων. ΚΕΦΑΛΑΙΟ 23 ΕΛΛΕΙΜΜΑ, ΧΡΕΟΣ ΚΑΙ ΠΛΗΘΩΡΙΣΜΟΣ 21 Περίληψη Βασικών Εννοιών 1. Το δημόσιο έλλειμμα δημιουργείται όταν οι δαπάνες της κυβέρνησης είναι μεγαλύτερες από τα έσοδα που εισπράττει από τους φόρους. 2. Η συσσώρευση των ελλειμμάτων δημιουργεί το χρέος, το οποίο οφείλει η κυβέρνηση στους δανειστές της. Η κυβέρνηση δανείζεται πουλώντας κρατικά ομόλογα σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις. 3. Η κυβέρνηση, για να καλύψει το έλλειμμα, δανείζεται από την κεντρική τράπεζα πουλώντας κρατικά ομόλογα. Σε αυτή την περίπτωση, δεν αυξάνει το χρέος της αλλά αυξάνεται η ποσότητα του χρήματος στην οικονομία. Η χρηματοδότηση του ελλείμματος γίνεται με έκδοση νέου χρήματος. 4. Το γενικό επίπεδο τιμών προσδιορίζεται από το λόγο της προσφοράς χρήματος προς την πραγματική ζήτηση χρήματος. Μια αύξηση της προσφοράς χρήματος ή μια μείωση της πραγματικής ζήτησης χρήματος, θα αυξήσει το γενικό επίπεδο τιμών. 5. Η ποσοτική θεωρία του χρήματος πρεσβεύει ότι το γενικό επίπεδο τιμών προσδιορίζεται από την ποσότητα του χρήματος. Αυτό ισχύει μόνο όταν η ταχύτητα του χρήματος είναι σταθερή ή η πραγματική ζήτηση χρήματος δεν μεταβάλλεται. 6. Ο πληθωρισμός ισούται με το ποσοστό αύξησης της προσφοράς χρήματος μείον το ποσοστό αύξησης της πραγματικής ζήτησης χρήματος. Μόνο σε χώρες με υψηλό πληθωρισμό έχει παρατηρηθεί μακροχρόνια συσχέτιση μεταξύ της αύξησης της προσφοράς χρήματος και του πληθωρισμού. 7. Το έλλειμμα που χρηματοδοτείται με αύξηση της προσφοράς χρήματος, μπορεί να προκαλέσει πληθωρισμό. Ωστόσο, δεν υπάρχει απαραίτητα κάποια συσχέτιση μεταξύ ελλειμμάτων και πληθωρισμού. 8. Τα ελλείμματα αυξάνουν το πραγματικό επιτόκιο, εάν δεν υπάρχουν άλλες αλλαγές στην οικονομία, με συνέπεια τη μείωση της επένδυσης και της ευημερίας των μελλοντικών γενεών. Η Ρικαρντιανή ισοδυναμία ισχυρίζεται ότι το πραγματικό επιτόκιο δεν αυξάνεται είτε το έλλειμμα χρηματοδοτείται με αύξηση φόρων είτε με δανεισμό. Αυτό συμβαίνει επειδή τα άτομα μειώνουν την κατανάλωση (δηλαδή αυξάνουν την αποταμίευση) 22 ΚΕΦΑΛΑΙΟ 23 ΕΛΛΕΙΜΜΑ, ΧΡΕΟΣ ΚΑΙ ΠΛΗΘΩΡΙΣΜΟΣ όταν υπάρχει έλλειμμα, γνωρίζοντας ότι μελλοντικά θα αυξηθούν οι φόροι για να καλυφθεί. ?ρα, το πραγματικό επιτόκιο δεν μεταβάλλεται και δεν εκτοπίζονται οι επενδύσεις. 9. Θεωρητικά, η αύξηση του φορολογικού συντελεστή μπορεί να μειώσει αντί να αυξήσει τα φορολογικά έσοδα. Αυτό μπορεί να συμβεί όταν ο φορολογικός συντελεστής είναι αρκετά υψηλός, έτσι ώστε μια περαιτέρω αύξησή του, να μειώνει δραστικά την οικονομική δραστηριότητα και τα φορολογικά έσοδα. Στην πράξη δεν έχει παρατηρηθεί τέτοιο φαινόμενο. Ασκήσεις και Προβλήματα 1. Γιατί η κυβέρνηση αναγκάζεται να δανείζεται για να καλύψει το έλλειμμα; Ποιοι τρόποι δανεισμού υπάρχουν και πώς επηρεάζουν την οικονομία; 2. Το έλλειμμα σημαίνει ότι η οικονομία βρίσκεται σε ύφεση; 3. Πώς συνδέεται το έλλειμμα με την αύξηση της προσφοράς χρήματος; 4. Εξηγείστε πώς η χρηματοδότηση του ελλείμματος με δανεισμό διογκώνει το χρέος. 5. Το έλλειμμα δημιουργεί πληθωρισμό; Πώς συνδέεται η αύξηση της προσφοράς χρήματος με τον πληθωρισμό; Τι ρόλο παίζει η πραγματική ζήτηση χρήματος στον καθορισμό του ύψους του πληθωρισμού; 6. Κάτω από ποιες συνθήκες μπορεί μια αύξηση του φορολογικού συντελεστή να μειώσει τα έσοδα της κυβέρνησης; 7. Σε μια οικονομία το έλλειμμα είναι 500 δις ευρώ και το επιτόκιο είναι 8%. Πόσο θα αυξηθεί το χρέος της κυβέρνησης μετά από δυο περιόδους, όταν δανείζεται πουλώντας ομόλογα; 8. Σε μια οικονομία το ποσοστό αύξησης του χρήματος είναι 10%, το ποσοστό αύξησης του πραγματικού εισοδήματος 3% και η ταχύτητα κυκλοφορίας του χρήματος είναι σταθερή. Ποιος είναι ο πληθωρισμός σε αυτή την οικονομία; Πώς αλλάζει η απάντησή σας εάν η ταχύτητα κυκλοφορίας του χρήματος αυξάνεται με ποσοστό 2%; 9. Σε μια οικονομία ο ρυθμός αύξησης του πραγματικού εισοδήματος είναι 8% και ο ρυθμός αύξησης της ταχύτητας του ΚΕΦΑΛΑΙΟ 23 ΕΛΛΕΙΜΜΑ, ΧΡΕΟΣ ΚΑΙ ΠΛΗΘΩΡΙΣΜΟΣ 23 χρήματος είναι 3% Ποιος θα είναι ο ρυθμός αύξησης της πραγματικής ζήτησης χρήματος και του πληθωρισμού;