NEWSLETTER

Συπληρώστε το email σας
για να λάβετε τις προσφορές
και τα νέα της Bookstation

Κατηγορίες / . / Λογοτεχνία / Νεοελληνική λογοτεχνία / Ξένη Λογοτεχνία / Ξένη Λογοτεχνία I / Ξένη Λογοτεχνία IIΙ / Ξένη Λογοτεχνία IIΙΙ / Γκρουπ

SΜΑSΗ CUΤ ΡΒ

Γκρουπ
Τέιτ Κρίστι

Εκδόσεις
Λιβάνη

ISBN: 978-960-14-3647-0
Σελίδες: 384
Σχήμα: 14 x 21 cm
Εξώφυλλο: χαρτόδετο
Ημερομηνία έκδοσης: 2021

Τιμή | 15,3 €

προσθήκη στο καλάθι

 Η Κρίστι Τέιτ μόλις έχει ανακηρυχθεί κορυφαία φοιτήτρια της Νομικής Σχολής και έχει υπό έλεγχο τη διατροφική διαταραχή της. Γιατί όμως, οδηγώντας στο Σικάγο, φαντασιώνεται τον θάνατό της; Γιατί την κατακλύζουν θλιβερές σκέψεις και έχει τάσεις απομόνωσης; 

Τότε γνωρίζει τον δρ. Ρόζεν, που τη διαβεβαιώνει ότι, εάν ενταχθεί σε μια από τις ομάδες του ψυχοθεραπείας, θα μπορέσει να ‘εταμορφώσει τη ζωή της. Το μόνο που χρειάζεται είναι να συμμετέχει και να είναι ειλικρινής. 
Η Κρίστι είναι σκεπτική.Πιστεύει ότι δε θα καταφέρει ποτέ να θεραπευτεί. 
 
Ό‘ως ο δρ. Ρόζεν έχει μια συνταγή έξι λέξεων που θα αλλάξει τα πάντα: «Δε χρειάζεσαι θεραπεία. Χρειάζεσαι έναν μάρτυρα». Έτσι ξεκινά η είσοδός της στον παράξενο, τρομακτικό, αλλά και σωτήριο κόσμο της ομαδικής θεραπείας. Και αρχίζει να καταλαβαίνει τι σημαίνει να συνδέεσαι. 
 
Μια υπέροχα εθιστική ανάγνωση, που μας μεταφέρει στο τολμηρό, συναρπαστικό, οδυνηρό, αλλά και διασκεδαστικό ταξίδι της ομαδικής θεραπείας, μιας διερευνητικής διαδικασίας που σε κάνει να καταρρεύσεις και αμέσως σε ξανασυναρμολογεί, έτσι ώστε όλα τα κομμάτια να ταιριάξουν μεταξύ τους.
Τι διάολο έτρεχε με μένα;  Το μέλλον μου άστραφτε μπροστά στα μάτια μου σαν τα γυαλισμένα ασημικά της γιαγιάς μου. Είχα κάθε λόγο να είμαι αισιόδοξη. Όμως η απέχθεια που αισθανόμουν για τον εαυτό μου λόγω 
της στασιμότητάς μου -ήμουν αποστασιοποιημένη από τους άλλους ανθρώπους, απείχα έτη φωτός από μια αισθηματική σχέση- είχε φωλιάσει σε κάθε κύτταρο του κορμιού μου. 
 
Κάποιος λόγος υπήρχε που αισθανόμουν τόσο απομακρυσμένη και μόνη, κάποιος λόγος που η καρδιά μου ήταν τόσο λεία. Δεν ήξερα τι ήταν αυτό που ένιωθα, όμως το αντιλαμβανόμουν να πάλλεται την ώρα που αποκοιμιόμουν κι ευχόμουν να μην ξυπνήσω.